Τρίτη, 17 Ιουλίου 2007

Αναμνήσεις από ένα γαμωσάββατο


Σάββατο 8.50 το πρωί και πρέπει να συρθώ μέχρι τη Χαριλάου που δουλεύω για να μην αργήσω για ακόμα μία φορά. Ας είναι καλά η Α., απο το εσωρουχάδικο δίπλα, που επειδή με συμπαθεί, "ενημερώνει" τους πελάτες που κάνουν το λάθος και έρχονται στις 9, ότι το κατάστημα ανοίγει το Σάββατο 9.15. Μικρή νίκη έναντι του 8κταώρου δεν μπορείς να πεις.
Έχει ήδη προηγηθεί το καθιερωμένο παρασκευιάτικο ξενύχτι. Γιόρταζε η Ν. και δεν υπήρχε περίπτωση να λείπω, άλλον αν δεν ήξερα για άλλη μια φορά κανένα απο τη παρέα της ή το bar που συχνάζει λίγο πριν τη παραλία, δε θα το έβλεπα ζωγραφιστό υπό άλλες συνθήκες.¨Ευτυχώς 'οταν βρίσκεσαι μαζί έστω και με ένα άτομο που αγαπάς δεν υπάρχει περίπτωση να ξενερώσεις. Πιότερο απο ένα λόχο νερόβραστους ημι-φίλους που βαριέσαι να αναλύεις, τα νέα των τελευταίων 3,5 χρόνων που απολύθηκες απο το στρατό και μετά. Τέσπα, η δουλειά το Σάββατο κύλισε αργά βασανιστηκά και με μπόλικες δόσεις κατάθλιψης ανα διαστήματα. "Τι σκατά έκανα λάθος; Μήπως θα έπρεπε επιτέλους μια φορά να μασήσω αντί να μιλήσω; Δε τραβάω να πεθάνω σιγά σιγά;" Και άλλα τέτοια ευχάριστα. Τελικα με τα πολλά αποφασίζω παρά την ημιλυπόθιμη κατάστασή μου να το τραβήξω λίγο παραπάνω. Τηλέφωνο στη Ρ. για τσίπουρα και φύγαμε αμέσως μετά τη δουλειά για 4εποχές. Γουλιά και εξομολόγηση αυτή η έξοδος. Τι σου είναι τελικά αυτό το γαμημένο το αλκοόλ. Εκεί που παίρνεις απόφαση να το βουλώσεις, αρχίζεις να κατεβάσεις, ότι κάθεται στραβά στη ψυχούλα σου. Αλλίμονο σε αυτόν που κάθεται απέναντί σου. Πρέπει ή να σε αγαπάει πολύ ή να μη σε νοιάζει τι θα σκεφτεί μετά. Προτεινόμενο το πρώτο. "Τι σκατά ήθελα και το άνοιξα μου λες;" Πρώτη κουβέντα εγώ "Και τώρα τι θες απο μένα συμβουλή;" Άλα η δικιά σου η Ρ. Για αυτό τη γουστάρω τη Ρ., γιατί οι μισές και πλέον φίλες-γνωστές-αγαπημένες-γκόμενες με τις οποίες συναναστράφηκα στη ζωή μου, λίγο το μητρικό, λίγο η περίοδος, λίγο ο γκουρού που ξυπνούσε μέσα τους, σε πιάναν και αρχίζαν να σε συμβουλεύουν μέχρι να βάλεις τα κλάματα για να τις κάνεις να νομίσουν, ότι συγκινήθικες και να το βουλώσουν επιτέλους.
Λίγο ανακουφισμένος και πολύ κουρασμένος γύρισα σπίτι για να κοιμηθώ και το βράδυ να τη κάνω με τον Μ. για Reziδents. Όχι ότι το γουστάρω και αυτό το μαγαζί, απλά θα μασταν ωραίο παρεάκι και θα ξεχνιωμουν. Έτσι έλεγα. Αρχίδια όμως. Αποτέλεσμα, επιστροφή στις 7 το πρωί σπίτι για να κάθομαι και να αναρωτιέμαι τι πήγε σκατά στη μέρα μου και ενώ ήμουν με φίλους, συνεχίζω να ασχολούμαι με το λόγο που μου χάλασε, το Σάββατο, τις προηγούμενες μέρες και γενικά τη ζωή μου αυτό το καιρό. Εξού και το γαμωσάββατο.

1 σχόλιο:

discolata είπε...

Καλορίζικο, ευκολοφόρετο, καλοτάξιδο, και πάνω απ' όλα σένιο, το μπλογκάκι σας, μεσιέ!


φιλί μεγάάάάάάάάλο, κοινώς: σμούτσεν στα μουτράκια σου