Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

Active Member - Skiaxtro [Live @ Rodon]

Κάτι χάνει η Θεσσαλονίκη. Η μελάγχολική μουντάδα με τη ταυτόχρονη ελπίδα της φεύγει και τη θέση της δίνει στα πλαστικά χρώματα και τους λεοπαρδαλέ καναπέδες σε τεράστια καφέ-κονσέρβες.Σαν το σκιάχτρο της Sadahzinia μας παρομοιάζω. Σα να μη θέλουμε άλλο να κρατήσουμε αυτό το φωτεινό ασπρόμαυρο που υπάρχει στο dna μας, αυτή τη θολή μαγεία που μας γυροφέρνει, σαν αυτή που κρύβεται στα πρωινά στο Λευκό Πύργο και γινόμαστε αργά αλλά σταθερά Wannabe Αθηναίοι, μόνο στα άσχημα τους όμως. Προσωπικά εύχομαι και ελπίζω να κρατήσουμε αυτή τη πρώτη εικόνα και αυτή τη μουντάδα και να βρούμε τα κότσια να φωνάξουμε, στα χαζοχαρούμενα χαμογελαστά πλασματάκια, που θα ρθουν να μας σταυρώσουν και να μας κάψουν, επειδή δε χωράμε στα γιομάτα χρώματα σχέδια τους: "Να πάτε στο διάλο, εμείς θα πάμε όπου έχει φωτιά".

Tο σκιάχτρο
(στίχοι: Sadahzinia)

Ο ήλιος ψήλωσε πάλι, τράβα κουπί και πετάλι
γυρτό δίποδο ρετάλι, απ' το σαράκι, φαγωμένο παρτάλι
μ' ό,τι σου απέμεινε στο άδειο κεφάλι
ώρα καλή, μες στην αιθάλη.
Σε πολιτεία μεγάλη ξέμεινες άκακο σκιάχτρο,
δεμένη η τύχη σου γύρω απ' το απόρθητο κάστρο
της ευτυχίας και των ανθρώπων,
της τρομαγμένης φασαρίας και της σιωπής των αγνώστων.
Δεμένη η γλώσσα σου, δεμένο δάκρυ στο μάτι
που απ' το παράδεισό τους σου έδωσαν το τίποτα και κάτι.
Μέρα χορτάτη απ' τα πειράγματα
και τ' όνομά του στο στόμα τους σκόρπια γράμματα,
γκρίζος λεκές στην λαμπερή τους εικόνα,
σφήνα κακή στον κανόνα και στον σπουδαίο τους αιώνα
έφερνε χειμώνα μέσα στην άνοιξη κι όμως
δε πρόλαβα ούτε εγώ να το γιάνω ούτε ο χρόνος.
Αυτό το σκιάχτρο είχε κάτι δικό μου,
είχε δροσιά απ' το θεό μου και μια στιγμή απ' το γιο μου,
τον ουρανό μου και τη γη που αγγίζω,
είχε για ταίρι του το γαλάζο, το γκρίζο.

Είχες δει το φεγγάρι να 'ργει
είχες φιλιώσει με τη βροχή,
ήσουν ταμένο μόνο στη γη
κι ήσουν σα πρίγκιπας εκεί.
Ώσπου ένα χέρι μια ροδαυγή
δεν άκουσε τη βουβή σου κραυγή
σ' έκαψε πριν ο ήλιος να βγει
κι ήσουν σα πρίγκιπας εκεί.

Κουβέντα πιάνω κάτω απ' τον ίσκιο το στραβό του
από παλιά είχε το χώμα αδελφό του
ήταν εκεί να του φυλάει τα σπαρμένα
φύτρωσε γύρω μια πόλη· τι παράξενη γέννα!
Μπογιατισμένα παλάτια με σιδερένιο στεφάνι
και συ σκιάχτρο στη μέση, βαλσαμωμένο καπλάνι
να περιμένεις τη νύχτα το φεγγάρι να 'ρθει
να σε κρύψει στο μαύρο· μα το φεγγάρι αργεί.
Είχες παρέα μια βροχή καλοκαιριάτικη,
ταμένο μόνο στη γη κι ήμουν για ώρα εκεί
να μου λιγώνεις τη καρδιά με τη βουβή σου μιλιά,
στην ανοιχτή σου αγκαλιά είχαν κουρνιάσει πουλιά.
Δεν ήσουν φόβητρο, μα στους ανθρώπους ζημιά,
στο γόητρο τους χαλάστρα, αδέξια πινελιά
στο φόντο. Ώσπου ένα χέρι μια αυγή σ' έκανε αστέρι,
δε σ' άκουσε κανείς και κανείς δε το ξέρει·
στη μοναξιά ήσουν ταίρι με μια αχυρένια καρδιά,
ρούχα από δεύτερο χέρι, κακοντυμένη ομορφιά.
Με μια φωτιά τιμωρήσαν τη πιο μικρή απειλή
χαθήκαν κι άλλοι έτσι, ώρα σου καλή.


Δεν υπάρχουν σχόλια: