Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

«Θέλουμε εκδίκηση, θέλουμε δικαιοσύνη»



Ο ΕΤ.Κ περπάτησε στα προάστια των σύγχρονων «Αθλίων» και αφουγκράστηκε το «άλλο» Παρίσι. Κυριακή 2/12/2007



Το Βιλιέ λε Μπελ, ένα από τα πιο «σκληρά» παρισινά γκέτο, έλαμπε τις τελευταίες ημέρες, αλλά όχι από τα φώτα της γιορτής και τα στολίδια, που κάνουν μοναδική την Πόλη του Φωτός την περίοδο των Χριστουγέννων. Ελαμπε από τις μολότοφ και τα αυτοκίνητα που καίγονταν, σε μια ακόμη «εξέγερση των Αθλίων». Ο θάνατος δύο εφήβων κατά τη σύγκρουση της μοτοσικλέτας τους με περιπολικό της αστυνομίας πυροδότησε τα νέα επεισόδια αποκαλύπτοντας πως η ηρεμία που επικράτησε τα δύο τελευταία χρόνια ήταν επιφανειακή.

O ακήρυχτος πόλεμος ομάδων νεαρών που πυρπολούσαν ό,τι έβρισκαν στο πέρασμά τους, επιρρίπτοντας ευθύνη στους αστυνομικούς για το θάνατο των δύο φίλων τους, άφησε μια πόλη διαλυμένη με τρομαγμένους κατοίκους.

Ο ΕΤ.Κ, σε ένα μικρό οδοιπορικό στα «οργισμένα» προάστια, διαπίστωσε το χάσμα μεταξύ των φωτισμένων Ηλυσίων και των κακοφωτισμένων, γκρίζων εργατικών πολυκατοικιών, όπου κατοικεί το «άλλο» Παρίσι.

Ρωτάμε το 19χρονο Μπενουά, έναν οργισμένο νεαρό, γιατί αυτός και οι φίλοι του προβαίνουν σε καταστροφή ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας δίχως κανένα κριτήριο. Είναι η κατάθεση πόνου των νέων ενός γκετοποιημένου προαστίου;

«Θα συνεχίσουμε να σπάμε, θα συνεχίσουμε να καίμε οτιδήποτε και οποιονδήποτε, κι εσείς να είστε προσεκτικοί, δεν κάνουμε διακρίσεις!» φωνάζει απειλητικά και μισοειρωνικά. «Ετσι μόνο θα καταλάβουν πώς είναι να υποφέρεις για κάποιους που χάθηκαν και δεν έφταιγαν σε τίποτα. Ηταν αθώα παιδιά», προσθέτει φωνάζοντας.

«Θέλουμε εκδίκηση, θέλουμε δικαιοσύνη! Πρέπει να πεθάνουν τουλάχιστον δύο μπάτσοι! Θάνατος στην αστυνομία», συμπληρώνει περνώντας ένας νεαρός με κουκούλα, που αρνείται να μας αποκαλύψει το όνομά του.

Απομεινάρια αυτοκινήτων και καμένες προσόψεις κτιρίων μαρτυρούν τη βία που μαστίζει την περιοχή. Την έκφραση αυτής της βίας ζουν στο πετσί τους οι κάτοικοι και οι επιχειρηματίες της περιοχής. «Το κόστος της καταστροφής δεν είναι αμελητέο. Το πιο παράλογο είναι πως στη δική μου επιχείρηση 30 εργαζόμενοι έμειναν χωρίς δουλειά, ενώ η αποκατάσταση των ζημιών θα πάρει τουλάχιστον δύο χρόνια», αναφέρει απογοητευμένος ο κ. Vincent Petillon, ιδιοκτήτης της αντιπροσωπίας αυτοκινήτων Petillon Automobile, παρατηρώντας τους εμπειρογνώμονες να καταγράφουν τις ζημιές ανάμεσα στα ερείπια.

Οι κάτοικοι κυκλοφορούν φοβισμένοι στην πόλη της εγκατάλειψης και του πένθους, που πλέον φρουρείται από τις ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας «για όσο κρίνεται απαραίτητο», σύμφωνα με τις δηλώσεις της υπουργού Εσωτερικών Mισέλ Αλιό-Μαρί.

Σε σκηνές αστικής ανταρσίας αναφέρεται η εφημερίδα «Le Monde», ενώ ο Σαρκοζί μιλά για προσβολή προς τη Δημοκρατία και για την επικείμενη τιμωρία των υπευθύνων.

Η κοινωνική ένταση εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα στα παρισινά προάστια, «όπως ακριβώς εξαπλώθηκαν οι πυρκαγιές το καλοκαίρι στην Ελλάδα», σαρκάζει με πικρό χαμόγελο ο Didier Arnaud, δημοσιογράφος της «Liberation», που δηλώνει πως «αυτή τη φορά τα επεισόδια δεν είναι πολιτική πράξη όπως το Νοέμβριο του 2005». Ο Γάλλος δημοσιογράφος δηλώνει στον ΕΤ.Κ πως η κυβέρνηση είναι πια «πολύ πιο συνετή, δεν προκαλεί με δηλώσεις αντίστοιχες των περί “αποβρασμάτων”… Αυτή τη φορά ο θυμός πέρα από την αστυνομία απευθύνεται κυρίως στα ΜΜΕ, γιατί οι κάτοικοι διαπιστώνουν απόσταση ανάμεσα σε όσα λέγονται και γράφονται και σε αυτό που οι ίδιοι είδαν».


Οταν η βία γίνεται απάντηση στην αδιαφορία
Εκεί όπου το γαλλικό κράτος πρόνοιας δεν μπορεί να μεριμνήσει, εκεί όπου η απόρριψη, η ανεργία και η κοινωνική αποτυχία είναι καθεστώς, εκεί η βία γίνεται συχνά απάντηση. Στην κραυγή πόνου προστίθεται όλη αυτή η κοινωνική αδικία και εγκατάλειψη, και οι καταστροφές γίνονται μήνυμα, γίνονται η φωνή που δεν έχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι των σύγχρονων γκέτο. «Δεν δικαιολογούμε αυτό που κάνουν, αλλά μπορούμε να το καταλάβουμε. Οι κάτοικοί μας δεν είναι βάρβαροι. Αγαπούν την πόλη τους, εδώ έχουν μεγαλώσει. Σήμερα έχω την εντύπωση πως άρχισαν να συνειδητοποιούν το κακό που της έκαναν. Και σίγουρα δεν τους είναι ευχάριστο. Δεν θέλουν να ξυπνούν ανάμεσα σε αποκαΐδια!» μας τονίζει ο Nicolas Carrier, εκπρόσωπος του δημάρχου του Βιλιέ λε Μπελ, κ. Didier Vaillant, ο οποίος μας δηλώνει ότι δεν έχει χρόνο για συνέντευξη. Περνώντας βιαστικά μας λέει: «Σήμερα είναι μια μέρα πένθους, όχι βίας, και θα ασχοληθώ μόνο με τους κατοίκους μου». Κοιτάζω τη δημοτική βιβλιοθήκη και πιο πέρα έναν παιδικό σταθμό, που έχουν καταστραφεί από τις φωτιές. Είναι οι θλιβερές εικόνες σ’ έναν τόπο που στερείται ιδανικών, που στερείται συνείδησης των στόχων των καταστροφών του.

Αν και βιαστικός και λιγομίλητος ο δήμαρχος Nicolas Carrier μάς επισημαίνει πως το δημαρχείο κάνει προσπάθειες επαφής και συντονισμού, αλλά τίποτε δεν είναι αρκετό, δεδομένου ότι όλα περιστρέφονται γύρω από το λαμπερό Παρίσι. Λίγα χιλιόμετρα πιο έξω από την Πόλη του Φωτός ένας άλλος κόσμος φωνάζει με ό,τι μέσα έχει για να ακουστεί. Οι φωνές όμως που δεν ακούγονται γίνονται πράξεις βίας και τότε το προάστιο του «περιθωρίου» γίνεται πρωτοσέλιδο.


Οι φωνές της πορείας

Βαδίζουμε μαζί με τους κατοίκους σε μια πορεία σιωπηλή στη μνήμη του 16χρονου Λαραμί και του 15χρονου Μουσίν, που έχασαν τη ζωή τους στο δυστύχημα της περασμένης εβδομάδας. Η πορεία καταλήγει στον τόπο του δυστυχήματος.

- Ο πατέρας του μικρού Λαραμί εκφράζει τη δυσφορία του στη θέα του μικροφώνου. «Ζητώ την αλήθεια και τη δικαιοσύνη», λέει κοιτώντας έντονα στα μάτια τους δημοσιογράφους, σαν να προσδοκά να δικαιωθεί από τα MΜΕ.
- «Δεν πρέπει να ξεχνάμε το Clichy του 2005, είναι επικίνδυνο να μην το θυμόμαστε!» δηλώνει ο δικηγόρος της οικογένειας Jean Pierre Mignard κάνοντας έκκληση για επικράτηση της λογικής στους κατοίκους.
- Είναι όλοι εκεί, συγγενείς, φίλοι και κάμερες. Οι νεαροί φίλοι όμως των παιδιών δείχνουν αγανακτισμένοι με την παρουσία των ΜΜΕ. «Τι θέλετε εδώ; Αφού όλοι τα ίδια γράφετε! Πριν καν γίνει έρευνα γράψατε πως το μηχανάκι ήταν κλεμμένο! Ολα για να φανεί ότι έσφαλαν τα παιδιά! Ολο ψέματα!»
- «Δεν είναι φυσιολογικό αυτό που συνέβη. Οι αστυνόμοι είναι πάνω από το νόμο. Ο Λαραμί ήταν σαν αδελφός μου. Ηταν ένα αγόρι πολύ ευγενικό. Και ο Μουσίν ήταν πολύ καλό παιδί. Δεν προκαλούσαν ποτέ!» μουρμουρίζει ο Αμπτού, συμμαθητής του Λαραμί.
- Αντιπαθούν τις κάμερες και τα μικρόφωνα, αλλά διψάνε ν’ ακουστεί η φωνή τους. Μιλάνε ακατάπαυστα, έντονα, επιθετικά. Με κοιτάζουν με θυμό και ξεσπούν: «Γράφετε ότι τα παιδιά μας είναι εγκληματίες, δεν γράφετε ότι οι αστυνόμοι είναι εγκληματίες! Αυτοί σκότωσαν και παράτησαν αβοήθητα τα παιδιά! Γι’ αυτό τώρα οι φίλοι τους κάνουν ό,τι κάνουν! Φοβάμαι τους αστυνόμους όταν τα παιδιά μου κυκλοφορούν μέσα στη νύχτα!» επεμβαίνει έξαλλη μια μητέρα δύο αγοριών.
- …«Αν είχα σκοτώσει εγώ με το αυτοκίνητο δύο μπάτσους κατά λάθος, θα καταδικαζόμουν τουλάχιστον για 25 χρόνια. Αυτοί όχι! Εγώ έχω κάνει φυλακή για πιο αστεία πράγματα!» μου φωνάζει ένας άντρας με σκληρό παρουσιαστικό και σημαδεμένο πρόσωπο, που προσθέτει: «Γι’ αυτό κάποιοι από εμάς εκπαιδευόμαστε στα στρατόπεδα του Μπιν Λάντεν και είμαστε ειδικοί στις χειροβομβίδες!».
- Ενα εντεκάχρονο αγόρι, μέλος μιας μικρής συμμορίας, καμαρώνει για τις σιδεριές και τα δακρυγόνα του.

Αυτή τη φορά δεν ακούστηκαν συνθήματα κατά του Σαρκοζί στους δρόμους, ούτε υπήρξε κριτική κατά της κυβέρνησης. Απλά μια εικόνα θυμού και εγκατάλειψης βασίλευε στο «ευαίσθητο» προάστιο.


Η πόλη στα δύο

Σε δύο στρατόπεδα μοιάζει να είναι η πόλη χωρισμένη, των ομαδοποιημένων νέων κυρίως αφρικανικής καταγωγής και των κατοίκων που φοβούνται το αύριο. Ενας τρίτος πόλος έχει εμφανιστεί, που θέλει να ενσωματωθεί στους φιλήσυχους κατοίκους -είναι οι δυνάμεις ασφαλείας, που παρακολουθούν τις πορείες από απόσταση. «Μη μας αναγκάσετε να έρθουμε να σας σώσουμε…

Ο ρόλος μας είναι να εξασφαλίσουμε το σεβασμό του νόμου, της Δημοκρατίας και φυσικά την ασφάλεια των κατοίκων», μας προειδοποιεί ένας αστυνομικός με φιλική διάθεση. Η εμπιστοσύνη όμως έχει πια χαθεί στο πρόσωπο της αστυνομίας.

Η μικρή -σε σχέση με το 2005- εξέγερση αυτή τη φορά δεν είχε πολιτικό πρόσωπο. Ισως γι’ αυτό δεν συγκρίνονται τα τωρινά επεισόδια με τα επεισόδια του Νοέμβρη του 2005. Οι κάτοικοι ωστόσο αισθάνονται το ίδιο εγκαταλελειμμένοι με τότε. Μιλούν για ανεπάρκεια κοινωνικών υπηρεσιών, ανεργία, κοινωνική και σχολική αποτυχία, έλλειψη πρόληψης και κοινωνικό ρατσισμό. Πολλοί αναφέρονται στην ανεπάρκεια της αστυνομίας σε περιόδους ύφεσης και κάποιοι από αυτούς νοσταλγούν τον Σαρκοζί ως υπουργό Εσωτερικών λόγω αποτελεσματικότερης διαχείρισης κρίσεων.

Παράδοξες δηλώσεις στα προάστια της «απόρριψης», αν ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τα γεγονότα του Νοέμβρη του 2005. . Οσο για την οργή των νέων, έχει βρει πια νέο παραλήπτη: τη στολή του νόμου, αφού η αστυνομία, σύμφωνα με μαρτυρίες ακόμα και κάποιων νέων κοριτσιών, δεν τους αντιμετωπίζει ως πολίτες του κράτους.

Μιλούν για βιαιότητα και ρατσισμό των χωροφυλάκων, ενώ κάποιοι κάτοικοι, αγανακτισμένοι από τις «παράλογες εξεγέρσεις», αναφέρονται σε ρατσισμό κατά της αστυνομίας! «Οι αστυνόμοι κάτω από τη στολή είναι άνθρωποι φυσιολογικοί, με οικογένειες. Ο γιος μου είναι αστυνομικός και δεν είναι βίαιος», δηλώνει ο 60χρονος Serge, ενώ πλησιάζει ο Jean-Jacques κοιτώντας φοβισμένος γύρω του. «Φοβάμαι πως δεν θα σταματήσουν εδώ. Κι εμείς δεν αισθανόμαστε ασφαλείς. Είμαστε αναγκασμένοι να υποστούμε οτιδήποτε συμβεί, αφού δεν έχουμε τα μέσα να φύγουμε. Είμαστε φτωχοί άνθρωποι αλλά έχουμε κάτι να χάσουμε! Αυτοί δεν έχουν τίποτα να χάσουν! Δεν έχουν καν ιδεολογία, είναι μηδενιστές, καταστρέφουν χωρίς λογική και παρασέρνουν και 10χρονα αγόρια».

Δεν υπάρχουν σχόλια: