Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

Είναι κάτι άνθρωποι....


Τον Γ. τον ξέρω ελάχιστα αλλά τον αγαπάω πολύ. Πάνω κάτω στην ηλικία μου, οικοδόμος στο επάγγελμα και hiphoper από τους καλούς, που όλο και θα τον έχει πάρει κάπου το αυτί σας ειδικά αν ζείτε στη Θεσσαλονίκη. Χαμογελαστός, φωνάζει, πίνει πολύ, άμα σε δει και το χει "τσούξει" και λίγο σε αγκαλιάζει τόσο δυνατά που νομίζεις πως είσαι ο καλύτερος του φίλος στο κόσμος. Τέτοιος είναι ο Γ.

Πολλά δε ξέρω για τη ζωή του. Δε μιλάει και πολύ για τον εαυτό του. Μπροστά μου ίσως. Σάββατο κατά τη διάρκεια της κλασσικής μπαρότσαρκας τον πετυχαίνω στο "Παπαγάλο".

Με το που με βλέπει με αγκαλιάζει και κατά παράδοξο τρόπο αρχίζει να μου περιγράφει αναλυτικά και φωναχτά ένα πρόβλημα του και άλλα και άλλα πολλά.

Ούτε που στέκομαι σε αυτό και δεν αφορά και κανένα. Ούτε καν εμένα μάλλον. Σε δυο του φράσεις στέκομαι, τόσο μα τόσο όμορφες που θα θελα να τις κάνω δικές μου και να τις βγάλω από μέσα μου με σιγουριά την επόμενη φορά που θα βρω την ευκαιρία.

"Εγώ το σχολείο δεν το τελείωσα πήγα βαριά βαριά γυμνάσιο. Όχι για κανένα άλλο λόγο. Ήμουν παιδάκι και ήθελα παιχνίδια. Αυτά τα παιχνίδια οι γονείς μου δεν μπορούσαν να μου τα αγοράσουν. Έπρεπε να δουλέψω για να τα πάρω αυτά τα παιχνίδια. Αλλά τουλάχιστον δεν τα στερήθηκα ρε φίλε". Και πες μου εσύ τώρα, ότι οι ευκαιρίες είναι ένα πράγμα ίδιο σε όλους. Και καλά έκανε θα πω εγώ να τα παρατήσει όλα για να παραμείνει λίγο ακόμα παιδί έστω και αν παρέμενε παιδί με δικά του λεφτά και τα παιχνίδια που αγόραζε ο ίδιος. Έστω για μία όμορφη ανάμνηση και μία στιγμή, τα τίναξε όλα μαζί και τα θρανία.

Γνήσια καλλιτεχνική φύση ο Γ. Τόσο γνήσια που η τέχνη σχεδόν ήρθε και τον βρήκε.

"Ξέρεις κάτι ρε αδερφέ; Το μόνο που με στεναχωρεί στο γεγονός, ότι δε τέλειωσα το γυμνάσιο, είναι ότι δυσκολεύομαι να περιγράψω μια εικόνα. Βλέπω ένα ζωγραφικό πίνακα, παρατηρώ μια όμορφη εικόνα στο δρόμο και εκείνη την ώρα δεν μπορώ να την περιγράψω. Να σου πω τι κάνω όμως; Κρατάω αυτή την εικόνα, γυρνάω σπίτι και κάθομαι και τη σκέφτομαι. Και βάζω τα λόγια που θέλω και καταφέρνω να τη περιγράψω τελικά. Τότε χαίρομαι, όσο τίποτα γιατί είναι η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΕΙΚΟΝΑ. Και δεν την αλλάζω με το καλύτερο ποίημα".

Και άλλα και άλλα συζητούσαμε και αγκαλιαστήκαμε και υπενθύμιζε, όλη την ώρα ο ένας στον άλλο ότι δεν είναι πιωμένος.

Αυτό το παιδί, γράφει τόσο ωραίους στίχους που και να μου τό λεγε, ούτε που θα το πίστευα. Προφανώς έχει μόνιμα συνδεδεμένο, έναUSB στη ψυχούλα του, το οποίο καταλήγει στη γλώσσα. Και τίποτα δεν αφήνει να πέσει που να μη του δώσει χρώμα. Και αν όλα πάνε καλά, θα γίνει γνωστός και γω θα χω να θυμάμαι αυτή τη κουβέντα.


Όπως λέει και ο Βουρλιώτης για κάτι τέτοιους σαν δαύτον:

"Μικροί Θεοί,

οι άνθρωποι που ακόμα επιμένουν.

Μικροί Θεοί,

να ζουν τη κάθε μέρα και όχι να πεθαίνουν"


Υ.Γ.1. Όνομα δεν αναφέρω, ούτε φωτογραφία ανεβάζω, ούτε καν απόσπασμα από αυτούς τους στίχους του που τόσο αγαπώ. Θα το κάνω φθηνό και δε κάνει.

2 σχόλια:

El είπε...

Απίστευτος ο Γ. Πραγματικά απίστευτος... Κι εσύ τυχερός που τον γνωρίζεις!

NoNicknameToday είπε...

Συμφωνώμ απόλυτα. Τόσο ωραίοι άνθρωποι σπανίζουν. Καλή συνέχεια!:)