Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Το κοριτσάκι με την…σίτα


Μια φορά και ένα καιρό σε μια χώρα όχι πολύ μακρινή μια οικογένεια είχε γιορτή. Μόλις είχαν αποχτήσει ένα υγιέστατο, πανέμορφο κοριτσάκι. Ήταν μάλιστα παραμονή Χριστουγέννων, όταν έκανε την χάρη στην μητέρα της να την αντικρύσει πρώτη φορά στα μάτια. Να δεις γλέντι που στήσανε συγγενείς και φίλοι για το ξανθό παιδί που όλοι το φώναζαν αγγελούδι. Τόσο όμορφο ήταν. Με τις γιορτές και τα γλέντια πέρασαν τα Χριστούγεννα εκείνα. Σαν νερό. Και ήρθαν και άλλα και μετά και άλλα. Και το κατάξανθο μωράκι ήρθε και μεγάλωσε γρήγορα σαν φωτιά και έγινε ένα πανέμορφο πλάσμα. Από αυτά που κάνουν τις καρδιές των αγοριών να χτυπάνε δυνατά και να χάνουν τον ύπνο τους για τα καλά.

Κεφάλαιο 1ο

Δεν είχε γίνει καλά καλά γυναίκα, όταν φτώχεια μεγάλη έπεσε στην χώρα τους. Ο ένας μετά τον άλλο έφευγαν. Όλο και πιο πολλοί έφευγαν. Γνωστοί και φίλοι και λιγότερο γνωστοί και άγνωστοι. Τόση πείνα είχε πέσει. Μια νύχτα από αυτές που τρέχεις να χωθείς κάτω από το πιο βαρύ σου πάπλωμα ο μπαμπάς την φώναξε και αφού την αγκάλιασε τρυφερά της είπε το κακό μαντάτο. «Φεύγω. Πάω σε μια άλλη πιο φιλόξενη χώρα για να σας στέλνω χρήματα για να έχεις πάντα ένα πιάτο φαϊ και εσύ και η μαμά». Το μικρό κορίτσι δεν μίλησε. Μιλιά δεν μπορούσε να βγάλει. Τόσο πολύ πάλευε να πνίξει τα δάκρυα της για να μην στεναχωρήσει τον μπαμπά της. Αλλά και ο μπαμπάς της δεν της είχε πει όλη την αλήθεια. Η χώρα που πήγαινε δεν ήταν και τόσο φιλόξενη. Καλά καλά δεν τον ήθελε στα σπλάχνα της. Για αυτό και ο μπαμπάς αποφάσισε να μπει κρυφά. Χωρίς άδεια. Μήτε τον ένοιαζε πως θα φτάσει εκεί. Μόνο να φτάσει. Αλλά δεν τα κατάφερε τελικά. Κάπου στα σύνορα αυτής της αφιλόξενης χώρας έχασε τα νέα του η μαμά και το μικρό κορίτσι και απάντηση δεν πήραν ποτέ τι απέγινε.

Κεφάλαιο 2ο

Οι δυο τους τώρα. Μαμά και κόρη να παλεύουν να μαζέψουν λίγα ψίχουλα για να μην πεθάνουν της πείνας. Για φως και νερό ούτε κουβέντα. Και αν η μικρή αποδείχτηκε γερό σκαρί και άντεξε τον δύσκολο χειμώνα χωρίς το μπαμπά, η μαμά της δεν τον άντεξε. Και άφησε το μικρό κορίτσι μόνο του. Να κλαίει για ώρες ολόκληρε δυνατά και για τον μπαμπά και για την μαμά που έχασε. Βλέπεις τώρα μπορούσε να κλάψει δυνατά. Δεν είχε μείνει και κανένας για να στενοχωρηθεί που θα την δει να κλαίει. Και όταν στέγνωσε μόνη της τα δάκρυα της αποφάσισε να μαζέψει τα λιγοστά της πράγματα και να ταξιδέψει στην γειτονική φιλόξενη όπως την περίγραφε ο μπαμπάς της χώρα. Ακόμα μικρό κοριτσάκι ήταν αλλά βαστούσε η καρδιά της. Είχε που λες γνωρίσει και ένα καλό κύριο από αυτή την χώρα κοντά στην ηλικία του μπαμπά της που της είχε δώσει ένα τηλέφωνο να το φυλάξει αν χρειαστεί. Και να που χρειάστηκε. Όλα αυτός τα φρόντισε και πριν καλά καλά καταλάβει βρέθηκε στην χώρα του. Και πραγματικά της φάνηκε φιλόξενη. Στην αρχή.

Κεφάλαιο 3ο

Κάτι περίεργο είχε αυτός ο κύριος. Στο βλέμμα του. Ενώ ήταν στην ηλικία του μπαμπά, δεν την κοίταζε όπως ο μπαμπάς. Δεν την κοιτούσε στα μάτια. Σαν να την ψαχούλευε θαρρείς με το βλέμμα του μπας και ανακαλύψει κάποιο κρυμμένο μυστικό. Το μικρό κορίτσι όμως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Έπρεπε να μείνει στον κύριο με το περίεργο βλέμμα. Που αλλού να πάει εξάλλου. Αυτός είχε και μια ζεστή γωνιά και ένα πιάτο ζεστό φαί. Δεν πέρασε πολύς καιρός, όταν ο κύριος με το περίεργο βλέμμα άρχισε να την ψαχουλεύει όχι πια με τα μάτια αλλά και με τα χέρια του. Τι άσχημο συναίσθημα. Πόσο κακός γίνονταν μέρα με την μέρα στα μάτια της. Και ήρθε μια μέρα που αυτό που της έκανε την έκανε να χάσει τον ύπνο της για πολλές μέρες. Και να θέλει να πλένεται και να ξαναπλένεται και να ξαναπλένεται μπας και χαθεί αυτή η κακή αίσθηση.

Κεφάλαιο 4ο

Τι φριχτά Χριστούγεννα ήταν εκείνα. Ο κύριος με το περίεργο βλέμμα φώναξε μερικούς φίλους του με εξίσου περίεργα βλέμματα. Και όλοι έδειχναν το μικρό κορίτσι και κάτι έλεγαν μεταξύ τους. Για κάτι κακό σαν αυτό που την έκανε να χάσει τον ύπνο της για πολλές μέρες. Εκείνα τα Χριστούγεννα ήταν που το κοριτσάκι κατάλαβε πως ο κύριος με το περίεργο βλέμμα δεν την έφερε στην χώρα του επειδή την αγαπούσε. Να βγάλει χρήματα ήθελε. Βρώμικα χρήματα σαν τα μυαλά των φίλων του που όποτε την συναντούσαν την έκαναν να χάσει τον ύπνο της. Για όλο και μεγαλύτερο διάστημα. Μέχρι που συνήθισε. Και έμαθε να κοιμάται. Δύσκολα αλλά τουλάχιστον να κοιμάται. Και ήρθαν και άλλα Χριστούγεννα. Πολλά. Και το κοριτσάκι ήρθε και έγινε γυναίκα. Μόνο που δεν ήταν πια όμορφη. Δεν ήταν πια λαμπερή. Κάτι άλλαξε στο βλέμμα της. Έγινε περίεργο. Σαν του κυρίου που την έφερε στην χώρα του.

Επίλογος

Πότε πέρασαν τόσα Χριστούγεννα. Το κοριτσάκι που έγινε γυναίκα μεγάλωσε κι άλλο. Ώσπου κάτι Χριστούγεννα κοίταξε τον εαυτό της στον παλιό σπασμένο καθρέφτη του ισογείου που νοίκιαζε και είχε γεράσει. Η ξεχασμένη τηλεόραση που είχε μείνει ανοιχτή της θύμισε ότι ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Άλλωστε είχε τα γενέθλια της. Μόνο που μονάχη η τηλεόραση της είχε μείνει να της τα θυμίζει. Βλέπεις οι άνθρωποι την φοβόντουσαν πια. Την θεωρούσαν αλλόκοτη. Καλά καλά δεν τολμούσε ούτε να ξεμυτίσει από το σπίτι. Το μόνο που είχε μείνει ήταν το βλέμμα της πίσω από την παλιά σίτα. Να κοιτάει περιμένοντας κάποιος να την κοιτάξει χωρίς αμέσως μετά να γυρίσει το βλέμμα του τρομαγμένος και να φύγει. Να σταθεί και να χαμογελάσει. Ήταν Χριστούγεννα βλέπεις. Πόσο κόστιζε τελικά ένα χαμόγελο;

Δεν υπάρχουν σχόλια: