Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια


Σαν σήμερα το 2004 στα μέσα του φανταρικού μου περνάω τις τελευταίες μέρες της άδειας μου στον Άγιο Πρόδρομο στην Χαλκιδική, για να δω γιαγιά και θεία που ζούνε μαζί και να με χορτάσουν. Βλέπεις ήμουν ο μόνος άντρας της οικογένειας πια, αφού είχαν περάσει καμιά 25 χρόνια από τον θάνατο του λεβέντη του παππού του Γ. και μια διετία από τον θάνατο του θειου μου του Κ. Ξέρεις τι είναι να δεις την μητέρα να στέκεται πάνω από τον τάφο του παιδιού της και να ζητάει εξηγήσεις από τον Θεό γιατί της πήρε το παιδί που μεγάλωσε από τέσσερα κιλά και τον θέριεψε και τον είδε να κάνει δικά του παιδιά με την σειρά του; Σε ξορκίζω ποτέ να μην σου τύχει τέτοιο μερτικό. Από τότε η γιαγιά μου είχε αρχίσει να αδυνατίζει επικίνδυνα και να χάνει σιγά σιγά την όραση της από το κλάμα. Πόσο κλάμα έχυσε μα έμενε εκεί, ζωντανή για την θεία μου και την μάνα μου. Για να τις προσέχει. Εκεί ήταν που η ζωή ειρωνεύεται και τους πιο καλούς ανθρώπους σαν την γιαγιά μου την Ε. Η διάγνωση σαφής για την θεία μου. Καρκίνος. Τι καρκίνος, πως, που γιατί δεν έχει και πολύ σημασία. Η θεία μου περνούσεν στο χωριό τις τελευταίες της μέρες πριν πάει στο νοσοκομείο και σβήσει εκεί. Ένα πρωί ζήτησε να με δει. Να της κόψω τα νύχια λέει γιατί η αρρώστια δεν την άφηνε ούτε να κινηθεί καλά καλά. Η αλήθεια είναι ότι έβλεπε να πλησιάζει το ταξίδι της και ήθελέ να μου πει ένα χαμογελαστό αντίο. Την χαιρέτησα, την φίλησα και άρχισα να της κόβω τα νύχια. Στο τραπέζι είχε σε περίοπτη θέση μια φωτογραφία μου με την στρατιωτική στολή. Τον είχαν σε υψηλή θέση τον στρατό στην οικογένεια μου. "Από σόι στρατιωτικών είσαι" μου έλεγαν και μου ξανάλεγαν οι δικοί μου. "Να είσαι περήφανος για αυτό". Με κοιτάει. "Που θα πας τώρα;" και χαμογελάει "Στον Έβρο θεία. Φεύγω την Κυριακή για Δαδιά, ένα χωριό δίπλα στο Σουφλί." Έκανε μια κίνηση και εμφάνισε 50 ευρώ. "Αυτά για τις πρώτες σου μέρες" Την αγκαλιάζω την φιλάω και φεύγω. Η γιαγιά μου στο διπλανό δωμάτιο ακούει αλλά δεν κοιτάει, ούτε μιλάει. Πάω και την αγκαλιάζω. Δεν μιλάει. Δεν έχει τι να πει πια. Μόνο ένα παράπονο που και πού για την τύχη των παιδιών της. Δεν έχω και να της πω τίποτα. Λόγια παρηγοριάς δεν υφίστανται στα 90 σου με ένα παιδί νεκρό και ένα να λειώνει από την αρρώστια. Την αγκαλιάζω και αυτή και φεύγω σιγά σιγά. Δυο μέρες μετά είμαι στο Σουφλί. Με την μάνα μου μιλάω καθημερινά. Ρωτάω. Δεν μου αποκρίνεται. "Όλα θα πάνε καλά, απλά είναι λίγο άρρωστη και η γιαγιά τώρα" μου λέει αλλα δεν την πιστεύω. 11 του Μάρτη χτυπάει το κινητό και βλέπω το τηλέφωνο της γιαγιάς μου. Είναι η μητέρα μου "'Ελα στην Θεσσαλονίκη αύριο. Η γιαγιά. Ξαφνικό εγκεφαλικό. Μας αφησε" Παγώνω. Την επόμενη μέρα βρίσκομαι στον Άγιο Πρόδρομο. Μένω στην κηδεία, κοιμάμαι στην Θεσσαλονίκη και ξαναφεύγω για τον Έβρο. Δεν περνάνε 13 μέρες και χτυπάει ξανά το τηλέφωνο από το ίδιο νούμερο. Πάλι η μητέρα μου. "Η θεία. Έφυγε και αυτή". Ξανά πίσω. Πλάι στην μάνα μου αυτή την φορά. Πιο πολύ από ποτέ. Δεν της έμεινε κανένας πια. Κανένας δεν της έμεινε. Σε αυτή την θητεία χόρτασα θάνατο. Μόνο σαν σήμερα τα θυμάμαι. Τις άλλες μέρες με τους ζωντανούς. Μα μια φορά τον χρόνο το δικαιούνται και αυτοί. Και προτιμώ να τους φέρνω στην μνήμη μου, από την τελευταία φορά που τους είδα μαζί. Αν και καλά θα είναι και εκεί πάνω θαρρώ. Κακό δεν έκαναν σε κανένα.

3 σχόλια:

Κοσμάς είπε...

!!!
άγνωστες πτυχές...!
ο Θεός να τις αναπαύει

allhmia είπε...

Δυνατή γιαγιά. Μακάρι να της μοιάζαμε στο ελάχιστο.
Μαθαίνουμε να ζούμε με την απουσία κάποιων ανθρώπων, ζωντανών ή μη, αλλά συνεχίζουμε να ζούμε.

xardoum είπε...

...............................................................................................................................