Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Νοσφεράτου...


Θα 'ναι δεν θα 'ναι 3.00 το πρωί. Καθισμένος μπροστά στο netbook ψάχνωντας μια αφορμή αλλιώτικη από τις συνηθισμένες για να ξεράσω την κούραση και τη μιζέρια της μέρας, ανοίγω ένα μπουκάλι λευκό κρασί και βάζω τον καινούργιο δίσκο του Παύλου Παυλίδη.
Μυσταγωγίας ξεκίνημα.
"Αυτό το πλοίο που όλο φτάνει ο τίτλος". Μια γυναίκα ζωγραφιστή με βλέμμα αυστηρό στο εξώφυλλο. Από αυτές που περιγράφει όλο και πιο συχνά στα τραγούδια του. Αυτή που κάποτε είχε όνομα και την έλεγαν "Κατερίνα" αλλά τώρα πια είναι μια "κυρία". Άλλοτε παράξενη και άλλοτε περαστική. Τούτη δω μοιάζει να κατάγεται από την χώρα των Ταύρων.
Κάτσε να δω καλύτερα την μακρυά της φούστα και την βεντάλια ακουμπισμένη προσεκτικά μπροστά της.
Ναι είμαι σίγουρος. Τούτη δω η κυρία είναι από εκείνα τα μέρη.
Τα τραγούδια κυλάνε εύκολα και γρήγορα σαν το φθηνό λευκό κρασί. Σαν τα δευτερόλεπτα που αν τα βάλεις το ένα δίπλα στο άλλο σημαίνουν μια ολάκερη ζωή.
Το μυαλό και το αυτί μου σκαλώνουν ένα κομμάτι πριν το τέλος.
"Νοσφεράτου".
Από μικρός είχα μια μανία και αγάπη μεγάλη. Τα θρίλερ τα μισούσα. Μόνο κάτι παράξενα και πολλές φορές δύσμορφα πλάσματα αγαπούσα από όλες αυτές τις ταινίες. Τους βρικόλακες.
Με γοήτευε η αθανασία τους. Με γοήτευε η θλίψη στο βλέμμα τους που μπλέκονταν με την μεγαλομανία τους. Μα πάνω από όλα με γοήτευε το γεγονός, ότι ενώ ήταν βουτηγμένοι στα πάθη τους, ταυτόχρονα ήταν σίγουροι για την αιώνια αγάπη. Την παντοτινή. Όχι για αυτή που κρατάει μια ζωή και σβήνει με την τελευταία πνοή. Για την άχρονη αγάπη. Την αταίριαστη από κάθε εσχατολογική φανφάρα. Αυτή που υπάρχει και όταν το τελευταίο ίχνος ανθρώπου θα έχει σβήσει από τη γη.
Το κομμάτι μπαίνει στο repeat. Ξανά και ξανά μέχρι να γίνει ένα με μένα και η τελευταία λέξη του.
Ήμουν κάτι λιγότερο από 25 όταν είδα στο Επταπύργιο παρουσία ζωντανής ορχήστρας με τον Μπαντούκ στην κιθάρα και την Φριντζήλα στα φωνητικά το "Νοσφεράτου". Δεν με τρόμαζε. Δεν με απωθούσε καν. Δεν τον φοβόμουν. Ήθελα μόνο να είναι στο τέλος λίγο πιο χαρούμενος από την θλίψη στην οποία ήταν βυθισμένο το πρόσωπο του. Ήθελα να χαμογελάσει δείχνοντας τα δυο του κοφτερά δόντια.Ήθελα να πιστέψει ότι δεν ψημερώνει νύχτα και μόνο νύχτα για αυτόν. Αλλά τίποτα από αυτά που ήθελα δεν έγινε.

"Αν το θες εσύ μες στα όνειρα σου
γίνομαι σκιά γίνομαι σκιά σου
μέσα στη βροχή γέρνεις το κεφάλι
έρχεται η αυγή και θα φύγω πάλι

Αν το θες εσύ μες στο όνειρο σου
μια μικρή πληγή θα 'μαι στο λαιμό σου
όταν η σιωπή πέσει σα σταγόνα
τρέξε να κρυφτείς μείνε λίγο ακόμα

Αν το θες εσύ μες στα όνειρα σου
θα ΄μαι η σκιά δίπλα στη σκιά σου
ώσπου η αυγή πάλι να πετάξει
πάνω στο νερό κόκκινο μετάξι"

Αν το θες εσύ...πάρε με τηλέφωνο...Σε είχα πιο πολύ ανάγκη από ποτέ τώρα και ας μην είχα να σου πω ούτε μια κουβέντα σοβαρή...Λίγο να μιλούσαμε μόνο τώρα που όλα είναι τρωτά...Αύριο θα 'ναι μια ακόμα γαμημένη μέρα...Είναι όμορφη η νύχτα και τα πλάσματα της βλέπεις...

Αν το θες εσύ...



Δεν υπάρχουν σχόλια: