Τρίτη, 31 Ιουλίου 2007

Περί διακοπτών ο λόγος


Σάββατο Ποσείδι ήταν και ο Γ. και η Δ. και το μωράκι τους. Ο Γ. 28 σα να λέμε ίσα με μένα η Δ. 26 και οι δυο παντρεμένοι 4 χρονάκια. Επίσης, γνωρίζονται και είναι ερωτευμένοι από το σχολείο. Α, ναι και όταν παντρεύτηκαν έφυγαν Ιταλία για το διδακτορικό του Γ. Χωρίς φράγκο στη τσέπη. Και ας τολμήσει να με κοιτάξει στα μάτια ένας από αυτούς που θέλουν τα πάντα «με τη σειρά τους» και «αφού τα έχουν δοκιμάσει όλα» και να μου πει, ότι η ζωή είναι διακόπτες. Να ανοίγεις τον διακόπτη «έρωτας», όταν θα έχεις κλείσει τον διακόπτη «σεξ», να ανοίγεις τον διακόπτη «φίλοι», όταν έχεις κλείσει τον διακόπτη «σχέση», να ανοίγεις τον διακόπτη «αλληλοπεριχώρηση», όταν έχεις κλείσει τον διακόπτη «εργασία», να ανοίγεις τον διακόπτη «οικογένεια», όταν έχεις κλείσει τον διακόπτη «εμπειρίες». Ε, να πα να γαμηθούν όλοι οι διακόπτες και μαζί και αυτοί που τους τοποθέτησαν στις ψυχές τους και τις έκαναν πίνακες του ηλεκτρικού. Τη ζωή μου ολόκληρη θέλω και όχι τα κομμάτια της.

ΥΓ. Οι Ρόδες λένε σε ένα τραγουδάκι: «Δε ξέρω τι να κάνω να προστατευτώ ή να πέσω με τα μούτρα και να πα να γαμηθώ;» Θέλει και ερώτημα ρε συ Νικήτα;

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2007

Η πειρατεία σκοτώνει τη μουσική


Ή μήπως η πελατεία;

Μη μας φάει και η δουλειά..


Αν υποψιαστώ, ότι λόγω δουλειάς δε θα πάω Ποσείδι αυτό το Σαββατοκύριακο θα αυτοκτονήσω -καλά υπερβολή- Και ο Γ. θα είναι και η Δ. και ο πιτσιρίκος τους και η Χ. και η Π. και ο Κ. και γενικά όλοι οι καλοί και αγαπημένοι. Αλλιώς τα περιμένουμε τελικά και αλλιώς μας έρχονται και γρήγορα κιόλας. Πρόπέρσι τέτοια εποχή χαλιόμουν αν δεν έφευγα τριήμερο. Κάθε πέρσι και καλύτερα και που να κάνουμε και οικογένεια.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2007

Πόσοι τρόποι υπάρχουν για να δεις τη πραγματικότητα;


Πόσοι ανθρώποι να χορέψουν σε μια;

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2007

Μάνα είναι..


Η Μ. είναι λίγο παραπάνω απο 45, χωρισμένη με ένα παιδί και χαμογελαστοδυσκολεμένοκουτσομπόλα. Σα να λέμε η μέση Ελληνίδα. Τη μάνα της που είναι μεγάλη μόνη και άρρωστη, την περιμένει, αλλά πάντα με την ελπίδα, ότι θα τη πηδήξει και φέτος. Όλα αυτά μέχρι σήμερα που τα πάντα άλλαξαν. Σκάει τηλέφωνο απο το γιατρό της στη δουλειά. "Η μητέρα σου είναι στα τελευταία της. Μη τη ταλαιπωρήσεις και πολυ". Και να σου κλάμα η Μ. και να μη μπορεί να συγκρατηθεί. Και ας είναι 45 και ας έγινε η ίδια μάνα και ας τη περίμενε απο στιγμή σε στιγμή. Μάνα είναι τελικά ο ομφάλιος λώρος μας με τα παιδικά μας χρόνια, τις καλές μας στιγμές και το περίσσευμα αγάπης που κουβαλάμε μέσα μας. Άραγε είπα στη μητέρα μου, πόσο περισσότερο την αγαπώ, τώρα που έχει αρχίσει να γερνάει και να σκάβεται μόνιμα πλέον η θλίψη πάνω στο πρόσωπο και τις κινήσεις της;

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2007

ΣΠΑΡΤΗΛ


Όπως το διαβάζεις. Η αρρώστια της δεκαετίας μας. Βλέπεις παλιό κολλητό, απλό γνωστό, φίλο αδελφό, παντελώς αδιάφορο και στο τέλος της κουβέντας η ατάκα-τσίχλα: "Πού σαι; Θα σε πάρω τηλέφωνο" ή μέσα στη βιασύνη " Πσαι; Σπάρω Τηλέφωνο -Σπαρ.Τηλ.-".Δε βαριέσαι. Εμείς να μαστε καλά. Γιατί απο το γραφείο δε κάνει να έχουμε φιλίες και τους φίλους δε τους χωράμε πια γιατί ασχολούμαστε με το γραφείο. Γαμώ τα κουτάκια μου μέσα. Δε βαριέσαι που είπα και πριν.

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2007

Αναμνήσεις από ένα γαμωσάββατο


Σάββατο 8.50 το πρωί και πρέπει να συρθώ μέχρι τη Χαριλάου που δουλεύω για να μην αργήσω για ακόμα μία φορά. Ας είναι καλά η Α., απο το εσωρουχάδικο δίπλα, που επειδή με συμπαθεί, "ενημερώνει" τους πελάτες που κάνουν το λάθος και έρχονται στις 9, ότι το κατάστημα ανοίγει το Σάββατο 9.15. Μικρή νίκη έναντι του 8κταώρου δεν μπορείς να πεις.
Έχει ήδη προηγηθεί το καθιερωμένο παρασκευιάτικο ξενύχτι. Γιόρταζε η Ν. και δεν υπήρχε περίπτωση να λείπω, άλλον αν δεν ήξερα για άλλη μια φορά κανένα απο τη παρέα της ή το bar που συχνάζει λίγο πριν τη παραλία, δε θα το έβλεπα ζωγραφιστό υπό άλλες συνθήκες.¨Ευτυχώς 'οταν βρίσκεσαι μαζί έστω και με ένα άτομο που αγαπάς δεν υπάρχει περίπτωση να ξενερώσεις. Πιότερο απο ένα λόχο νερόβραστους ημι-φίλους που βαριέσαι να αναλύεις, τα νέα των τελευταίων 3,5 χρόνων που απολύθηκες απο το στρατό και μετά. Τέσπα, η δουλειά το Σάββατο κύλισε αργά βασανιστηκά και με μπόλικες δόσεις κατάθλιψης ανα διαστήματα. "Τι σκατά έκανα λάθος; Μήπως θα έπρεπε επιτέλους μια φορά να μασήσω αντί να μιλήσω; Δε τραβάω να πεθάνω σιγά σιγά;" Και άλλα τέτοια ευχάριστα. Τελικα με τα πολλά αποφασίζω παρά την ημιλυπόθιμη κατάστασή μου να το τραβήξω λίγο παραπάνω. Τηλέφωνο στη Ρ. για τσίπουρα και φύγαμε αμέσως μετά τη δουλειά για 4εποχές. Γουλιά και εξομολόγηση αυτή η έξοδος. Τι σου είναι τελικά αυτό το γαμημένο το αλκοόλ. Εκεί που παίρνεις απόφαση να το βουλώσεις, αρχίζεις να κατεβάσεις, ότι κάθεται στραβά στη ψυχούλα σου. Αλλίμονο σε αυτόν που κάθεται απέναντί σου. Πρέπει ή να σε αγαπάει πολύ ή να μη σε νοιάζει τι θα σκεφτεί μετά. Προτεινόμενο το πρώτο. "Τι σκατά ήθελα και το άνοιξα μου λες;" Πρώτη κουβέντα εγώ "Και τώρα τι θες απο μένα συμβουλή;" Άλα η δικιά σου η Ρ. Για αυτό τη γουστάρω τη Ρ., γιατί οι μισές και πλέον φίλες-γνωστές-αγαπημένες-γκόμενες με τις οποίες συναναστράφηκα στη ζωή μου, λίγο το μητρικό, λίγο η περίοδος, λίγο ο γκουρού που ξυπνούσε μέσα τους, σε πιάναν και αρχίζαν να σε συμβουλεύουν μέχρι να βάλεις τα κλάματα για να τις κάνεις να νομίσουν, ότι συγκινήθικες και να το βουλώσουν επιτέλους.
Λίγο ανακουφισμένος και πολύ κουρασμένος γύρισα σπίτι για να κοιμηθώ και το βράδυ να τη κάνω με τον Μ. για Reziδents. Όχι ότι το γουστάρω και αυτό το μαγαζί, απλά θα μασταν ωραίο παρεάκι και θα ξεχνιωμουν. Έτσι έλεγα. Αρχίδια όμως. Αποτέλεσμα, επιστροφή στις 7 το πρωί σπίτι για να κάθομαι και να αναρωτιέμαι τι πήγε σκατά στη μέρα μου και ενώ ήμουν με φίλους, συνεχίζω να ασχολούμαι με το λόγο που μου χάλασε, το Σάββατο, τις προηγούμενες μέρες και γενικά τη ζωή μου αυτό το καιρό. Εξού και το γαμωσάββατο.