Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2007

"Μήπως κατά βάθος;"


"Ο Καρατζαφέρης και ο Άδωνις, εκπροσωπούν τον κρυφό κωλοχαρακτήρα που έχουμε σαν λαός;" Λάκης Λαζόπουλος.

8 σχόλια:

iF.. igeneia είπε...

Το φανερό θα έλεγα..

NoNicknameToday είπε...

Πλάκα πλάκα δεν έχεις άδικο. Το "Ε. ρε μια χούντα μας χρειάζεται" γίνεται ψωμοτύρι σιγά σιγά...Και μη χειρότερα..

turtli@n είπε...

Μιας και τώρα καταλάγιασε επιτέλους "η βουβή οργή" και "η εκκωφαντική θλίψη" των εξαγριωμένων bloggers, παρουσιαστών του ΣΚΑΙ και γενικότερα των "πολιτών"(αυτή η επινοημένη λέξη που μας τσουβαλιάζει όλους λες και είμαστε το ίδιο και έχουμε τα ίδια συμφέροντα), καιρός λοιπόν να δούμε γιατί πραγματικά συνέβη αυτή η μεγάλης έκτασης κοινωνική και οικολογική καταστροφή. Δεν είναι ούτε κάποια "ασύμμετρη απειλή" Σέρβων, Αλβανών, Βουλγάρων ή Αμερικάνων από την οποία κινδυνεύει η χώρα ούτε "ο ωχαδερφισμός του Ελληναρά" (έλεος πια με αυτή την ατάκα, ας μας πει κάποιος για τα χαρακτηριστικά των Αβορηγίνων αν ξέρει). Όλα τα στοιχεία έχουν αρχίσει πλεόν να συνηγορούν υπέρ μιας απειλής που προέρχεται από το ίδιο το κράτος ενάντια σε μας. Και όταν αναφέρω το "εμάς", να γίνει σαφές ότι δεν εννοώ όλους μας. Ας επαναφέρουμε στη μνήμη μας ότι η ανθρώπινη κοινότητα απαρτίζεται από αστούς, επενδυτές, επιχειρηματίες και μεγαλοκαρχαρίες καθώς και μισθωτούς ή προλετάριους που πήζουν ολημερίς και οληνυκτίς στη δουλειά για 580 βασικό μισθό.
Σας παραπέμπω στο παρακάτω κείμενο για να διαπιστώσετε οι ίδιοι τα τουριστικά αναπτυξιακά προγράμματα που ετοιμάζουν για την περιοχή της Ηλείας και της Μεσσηνίας. Γιατί οι το free camping που έκανα τόσα χρόνια στον Καιάφα δεν αποφέρει μεγάλο κέρδος - ούτε οι ολιγαρκείς εκδρομές στα ορεινά χωριά της Ηλείας (περιοχή Πηνείας) με ένα παγούρι νερό και ντοματούλες από το σπίτι. Αυτό λέγεται εναλλακτικός τουρισμός, κύριοι, ή αλλιώς φρίκουλες campers που στέκονται εμπόδιο στα σχέδιά τους. Τώρα που κάηκαν όλα, κανένα φρικιό δεν μπορεί να αντιδράσει (σε τί άλλωστε, αφού δεν έμεινε τίποτα για να υπερασπιστεί). Καιρός να χτιστούν ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις τύπου πόρτο Καρράς και Σάνη όπου ο τουρίστας (όχι όποιος κι όποιος, ε;)δε θα χρειαστεί να βγει καν από το θέρετρο, αλλά με το που θα αποβιβάζεται από το σκάφος του στο λιμάνι του Κατακόλου ή οδικώς από την Ιονία Οδό, θα κατευθύνεται προς το κατάλληλα ...αποστειρωμένο μέρος όπου και θα παραθερίζει ρίχνοντας shots στα υπερπολυτελή γήπεδα γκολφ με θέα τον Ερμή του Πραξιτέλους.
Ιδού:
http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=757499

turtli@n είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
turtli@n είπε...

Άλλη μια το link γιατί έχω την εντύπωση ότι δεν εμφανίζεται ολόκληρο:
http://athens.indymedia.org/front.
php3?lang=el&article_id=757499

NoNicknameToday είπε...

"Τα σπάει" το link. Καμιά φορά η πραγματικότητα είναι πολύ πιο απλή. Που λέει και ο Λαζόπουλος "Η μισή Ελλάδα κλαίει και η άλλη μισή τρίβει τα χέρια της". Παρόλα αυτά Δε μπορώ να μη διαφωνώ με τη στάση σου για τη βουβή διαμαρτυρία. Και ένας άνθρωπος να παρεκλείνει απο τον απογευματινό του καφέ και αυτή ή παρέκκληση να έχει σκοπό κέρδος μεγάλο είναι για τις καρδιές μας. Για την ιστορία απο τον naftilo.blogspot.com:

"Για τα παιδιά με τα μαύρα


Στις 15 Νοεμβρίου του 1983 οι Τούρκοι ανακοίνωσαν την ίδρυση της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Το ίδιο βράδυ μαζευτήκαμε οι περισσότεροι Ελληνες φοιτητές σε ένα καφενείο στην Αστόρια να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε. Μαζευτήκαμε τόσοι που πια δεν χωρούσαμε κι έτσι μεταφερθήκαμε στον σύλλογο Χίου, αν θυμάμαι καλά. Εκεί αποφασίσαμε δύο συγκεντρώσεις. Τη μία για την επόμενη μέρα έξω από το κτίριο του ΟΗΕ και η δεύτερη έξω από το Γουόλντορφ Αστόρια την ημέρα που ερχόταν ο Ντενκτάς. Η απόφαση δεν πάρθηκε εύκολα. Κάποιοι –κυρίως η ΠΑΣΟΚοι- περίμεναν «γραμμή» από την Αθήνα και συνιστούσαν να περιμένουμε. Κάποιοι άλλοι εξέφρασαν τον σκεπτικισμό τους για το «τι νόημα έχει όλο αυτό» και «κατά πόσο θα επηρέαζε τετελεσμένες καταστάσεις». Οι ίδιοι μάλιστα έλεγαν ότι το πράγμα είχε κριθεί και ότι από την επαύριο όλος ο κόσμος, με πρώτους τους Αμερικάνους, θα είχαν αναγνωρίσει το ψευδοκράτος και ότι μπορεί να τρώγαμε και ξύλο. Οι υπόλοιποι επιμείναμε πολύ και παρ’ όλο που ήταν δύσκολη περίοδος για τα μαθήματα και μαύρο καταχείμωνο καταφέραμε να περάσουμε την απόφαση που πάρθηκε ομόφωνα.

Ολη τη νύχτα φτιάχναμε πανό και πικέτες στο πίσω μέρος ενός ισόγειου διαμερίσματος με σπρέι και μαρκαδόρους. Βρήκαμε και ξύλινα κοντάρια και μια ντουντούκα, γράψαμε σε ένα χαρτί και πέντε-δέκα συνθήματα στα ελληνικά και αγγλικά και μέχρι τα ξημερώματα όλα ήσαν έτοιμα.

Με ξύπνησε ο θόρυβος της βροχής, είχα δεν είχα κοιμηθεί δύο ώρες. Φτιάξαμε καφέ και πιάσαμε το τηλέφωνο. Γύρω στις 8μιση ήμασταν ήδη στο δρόμο για το μετρό. Βγαίνοντας στο Ανατολικό Μανχάταν μας σταμάτησαν οι αστυνομικοί με τα άλογα. Κι ενώ ετοιμαζόμασταν για μεγάλο τσαμπουκά –όχι ότι μας «έπαιρνε» να κάνουμε «κιχ»- ο επικεφαλής μας εξήγησε ευγενικά ότι απαγορεύεται να χρησιμοποιούμε καδρόνια για να πανό. «Και που να τα βάλουμε;». Όχι δεν μας απάντησε όπως θα απαντούσαν οι μπάτσοι του Δροσογιάννη (τότε) ή του Πολύδωρα (τώρα). Σε δύο λεπτά μας είχαν φέρει σωλήνες από πεπιεσμένο χαρτί, μας βοήθησαν να αντικαταστήσουμε τα καδρόνια τα οποία και πήραν αμέσως και μας έδειξαν το μέρος που θα διαδηλώναμε.

Όλα πήγαιναν καλα!

Όλα εκτός από δύο πράγματα: Το ένα ήταν ότι η βροχή όλο και δυνάμωνε, οι δρόμοι είχαν γίνει ποτάμια και το δεύτερο ότι ήμασταν όλα κι όλα ΕΠΤΑ άτομα. Επτά μουσκεμένοι ηλίθιοι απέναντι από τα 32 πατώματα του ΟΗΕ. Μισή ώρα μετά καταφέραμε και γίναμε ΕΝΝΕΑ με δύο κάθιδρους, δηλαδή μουσκεμένους μέσα έξω, που είχαν φτάσει από το Νιού Τζέρσι. Τα πανό είχαν μείνει διπλωμένα και οι πικέτες είχαν ήδη πιάσει να ξεβάφουν όταν αποφασίσαμε να την κάνουμε με ελαφρά πηδηματάκια για τα σπίτια μας βράζοντας από οργή για τους συντρόφους και συμφοιτητές που μας είχαν γράψει κανονικότατα.

Κι εκείνη τη στιγμή…

Εκείνη τη στιγμή που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου, που την θυμάμαι όσο συχνά θυμάμαι και τη μάνα μου, είδαμε από μακριά μια ψιλή λιγνή φιγούρα να έρχεται προς το μέρος μας. Δεν ξέρω πως έγινε και γυρίσαμε όλοι μαζί ταυτόχρονα και τον κοιτούσαμε. Δεν ξέρω πως όλοι μαζί καταλάβαμε πως ήταν «δικός μας», πως ήταν Ελληνας. Δεν ξέρω πως μας ήλθε εκείνη η μυρωδιά από πορτοκαλόφλουδα και ψωμί ζυμωτό και θυμάρι εκεί, καταμεσής στο Μανχάταν. Ηταν ψηλός και στεγνός σαν τον Μάνο Κατράκη. Μόνο που το πρόσωπό του ήταν ακόμη πιο τραχύ και γωνιώδες με μεγάλα μουστάκια και λευκά μαλλιά τραβηγμένα πίσω. Φορούσε ένα παλτό μαύρο και γαλότσες. Αλλούτερο πλάσμα. Πλησίαζε απειλητικός, συνοφρυωμένος, έξαλλος, όπως αποδείχτηκε αμέσως με ένα «Που πάτε ρέ!» βγαλμένο από χαράδρα που αντιλαλούσε τα «σαράντα παλικάρια». «Εδώ δεν είναι η συγκέντρωση για τους τουρκαλάδες;». Που το είχε μάθει δεν καταλάβαμε. Ηταν όμως εκεί και ήδη φορούσε τις πικέτες, σάντουιτς σε στο στήθος και στη ράχη. «Τι κάθεστε ρε! Φορέστε τα και πάμε!». Που να πάμε; Τι μας λέει; Τις φορέσαμε. Εννιά κι ένας ο γίγαντας δέκα πιάσαμε αργά στην αρχή να κυκλοφέρνουμε το παρτέρι. Μέχρι που μας έφτανε από πίσω με τις δρασκελιές του, μας έσπρωχνε και μας έκανε να πηγαίνουμε όλο και πιο γρήγορα. «Και τώρα να φωνάξουμε να μας ακούσουν. Να φωνάξουμε να ζεσταθούμε». Βγάλαμε τα συνθήματα. «Κύπρος Ανεξάρτητη Δημοκρατικοί», «Εξω όλοι οι στρατοί». Βραχνιασμένα κοκκόρια με ένα αετό τενόρο.

Δεν ξέρω πως έγινε και βρεθήκαμε να είμαστε είκοσι κι ύστερα τριάντα και σε ένα τέταρτο εκατό και στα είκοσι λεπτά είχαμε γίνει διακόσιοι. Υστερα ήλθαν άλλοι εκατόν πενήντα Αρμένιοι και αρκετοί αμερικάνοι πιτσιρικάδες, στην ηλικία μας. Ξεπεράσαμε τους πεντακόσιους και μετά το έχασα το μέτρημα κι ούτε που κατάλαβα πότε είχε σταματήσει η βροχή και είχε βγει ένας ήλιος σπάνιος. Και πάλι, θα πει κάποιος, δεν ήμασταν πολλοί για ένα τέτοιο γεγονός. Ημασταν λίγοι. Πολύ λίγοι. Όμως αυτοί ήμασταν. Οι μόνες φωνές έξω από τον ΟΗΕ, τη 16η Νοεμβρίου του 1983.

Μια εβδομάδα μετά, έξω από το Γουόλντορφ Αστόρια ήμασταν δέκα χιλιάδες. Τον λούσαμε στα λεμόνια τον Ντενκτάς…


Αλλά κι αυτό πάλι δεν έχει σημασία…


Δεν ξέρω αν έπαιξε ρόλο στο ότι το Ψευδοκράτος της Άγκυρας και του Ντενκτάς για δύο δεκαετίες δεν αναγνωρίστηκε από καμιά χώρα, ύστερα από σχετικό ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε.


Δεν ξέρω αν αλλάξαμε κάτι στον κόσμο. Η Κύπρος εξακολουθεί να είναι κομμένη στα δύο.


Για ένα είμαι σίγουρος: ότι είμαι εδώ και σας γράφω αυτή την ιστορία.


Και ότι στο όνομα ΑΥΤΗΣ της ιστορίας πήγα χθες κάτω από τον Λευκό Πύργο ντυμένος στα μαύρα!


Είχα λόγο να πάω!


Και ξέρετε κάτι, ρε φιλαράκια, εκεί, από την ανατολική πλευρά νομίζω ότι είδα να έρχεται μια ψιλή λιγνή φιγούρα. Και μα το Χριστό, χαμογελούσε!


(Αφιερωμένο σε όλους τους φίλους και τους γνωστούς που εκτιμώ -ήλθαν δεν ήλθαν στη συγκέντρωση- και που ακόμη αναρωτιούνται τι έγινε χθες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη κι αν είχε νόημα κι αν ήταν σωστό κι αν... κι αν... κι αν...: Τίποτα δεν έγινε εκεί. Αν έγινε κάτι, έγινε μέσα σας!

Για τους άλλους δεν με ενδιαφέρει! Ξέρω ότι είναι πεθαμένοι μπροστά στην οθόνη τους!)"

NoNicknameToday είπε...

Διόρθωση:Το blog είναι naftilos.blogspot.com :)

turtli@n είπε...

Κάνοντας μια γυρα στα blogs αλλά και στα πραγματικά καφενεία της πόλης, είδα και άκουσα πολλές φορές για αυτόν τον "ανώνυμο πολίτη που πίνει καφέ αντί να κάνει κάτι". Και τι πρόβλημα υπάρχει με αυτούς που πίνουν καφέ; Αγαπητέ μου nonicknametoday, ουκ ολίγες φορές έχουμε ξημεροβραδιαστεί οι δυο μας στα διάφορα καφέ της πόλης κυριλέ, εναλλακτικά, κλπ. Μήπως τελικά αυτός που "κατανομάζουμε" καθημερινώς με οργή είμαστε εμείς οι ίδοι; Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τον εαυτό μας πρώτα. Και ας ρίξουμε το ενδιαφέρον μας σε αυτούς με τους οποίους τελικά βρισκόμαστε μαζί στο δρόμο...Είτε καθημερινά είτε περιστασιακά αυτοί είναι τα πρόσωπα με τα οποία αξίζει να ασχοληθείς.

Υ.Γ. Η "μαύρη" πορεία δεν μπορούσε να ναι πιο μάυρη και άραχνη από όσο ήταν τελικά. 2000 άτομα στο Λευκό Πύργο, κοιτούσε ο ένας τον άλλον. Και άμα πήγαινε κανείς να φωνάξει και κανα σύνθημα, έπεφταν σαν τα κοράκια "είναι βουβή η πορεία! μη φωνάζετε συνθήματα!". Γι αυτό σου λέω... καλύτερα στο καφενείο παρά με τους μουγγούς.